Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ξένοι Ηθοποιοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Ξένοι Ηθοποιοί. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Gerard Depardieu



Σοκαριστικές λεπτομέρειες από το παρελθόν του αποκαλύπτει ο ηθοποιός Ζεράρ Ντεπαρτιέ στην αυτοβιογραφία του με τίτλο «Έτσι απλά συνέβη». Ο ηθοποιός ήταν ήδη γνωστός σαν το «κακό παιδί» του γαλλικού (και όχι μόνο) κινηματογράφου, ωστόσο οι περιγραφές του προκάλεσαν την έκπληξη του κοινού. Όπως παραδέχεται ο ηθοποιός, πέρασε πολύ δύσκολα παιδικά χρόνια, καθώς η οικογένειά του ήταν φτωχή και ο πατέρας του, εθισμένος στο αλκοόλ. Το όνομά του ήταν Ντεντε (ντε προφέρεται το γράμμα “d” στα γαλλικά), καθώς αυτό ήταν το μοναδικό γράμμα που ήξερε να γράφει. Λόγω των έντονων οικογενειακών προβλημάτων, πιστεύει πως η μητέρα του όταν ήταν έγκυος στον ίδιο, προσπάθησε να τερματίσει βίαια την εγκυμοσύνη της, τραυματίζοντας την κοιλιά της με βελόνες πλεξίματος. Όταν ήταν 7 ετών, ξεγέννησε αυτός μαζί με μια μαία την αδελφή του Κατερίνα. Ο Ζεράρ θυμάται πως έβραζε νερό και πως βοήθησε τη μαία να τραβήξει το μωρό έξω την κοιλιά της μητέρας του. Στα 10 του χρόνια συνειδητοποίησε πως ήταν ελκυστικός σε άντρες μεγάλης ηλικίας. Σε αυτό βοηθούσε και η εμφάνισή του μιας και έδειχνε αρκετά μεγαλύτερος από ότι ήταν.
Έτσι για αρκετό καιρό, ο νεαρός πληρωνόταν για να κάνει σεξ με μεγαλύτερους κυρίους. Ήταν όπως γράφει, αρσενική πόρνη. Οι περιπέτειες της ζωής του συνεχίζονταν, καθώς περνούσαν τα χρόνια και οι λεπτομέρειες που ήρθαν στο φως από τον ίδιο, σοκάρουν. Όταν ήταν έφηβος βοηθούσε έναν μεγαλύτερό του άντρα να ανοίγει τάφους για να κλέβει ρολόγια, κοσμήματα ακόμα και παπούτσια, από τους νεκρούς. Στα 16 του, εξέτισε τρίμηνη ποινή φυλάκισης μετά από καταδίκη για την κλοπή ενός αυτοκινήτου, αλλά και για χρήση ναρκωτικών. «Στα 20 μου πια ο κακοποιός «ζούσε» μέσα μου» γράφει στο βιβλίο του και αναφέρει πως τον έσωσε τελικά από την ανέχεια και τη μιζέρια ένας ομοφυλόφιλος κυνηγός ταλέντων.
Ο Ντεπαρτιέ παρόλο που δεν δίστασε να δημοσιοποιήσει το «αμαρτωλό» παρελθόν του, θεωρεί πως η ζωή τον τιμώρησε γι’ αυτό, με το θάνατο του γιου του Γκιγιόμ, που πέθανε σε ηλικία 37 ετών από πνευμονία. Πριν από τον θάνατό του είχε πάρει τον κακό δρόμο του πατέρα του, αφού ήταν εθισμένος στα ναρκωτικά και είχε φυλακιστεί για κατοχή, ενώ έκανε και εκείνος κατά καιρούς τον ζιγκολό. Προτού νοσήσει από πνευμονία, είχε χάσει το ένα του πόδι σε ατύχημα με μηχανάκι. Ο Ντεπαρτιέ έχει άλλα τρία παιδιά, τα δύο εκ των οποίων προέρχονται από εφήμερες σχέσεις του με γυναίκες. Σήμερα ο ηθοποιός δηλώνει πλούσιος και είναι γνωστός για το πάθος του με το αλκοόλ. Πριν από την κυκλοφορία της αυτοβιογραφίας του είχε παραδεχτεί δημόσια ότι καταναλώνει περίπου 14 μπουκάλια με αλκοόλ την ημέρα, ξεκινώντας από σαμπάνια το πρωί και καταλήγοντας σε ουίσκι το βράδυ. Ωστόσο, δεν παραδέχεται ότι είναι αλκοολικός με το επιχείρημα ότι «οι αλκοολικοί δεν μεθούν», κάτι που συμβαίνει καθημερινά στον ίδιο.
Στο βιβλίο του δεν παραλείπει να αναφερθεί στη φιλία του με τον Βλαντιμίρ Πούτιν, με τον οποίο έχουν πολλά κοινά, λέγοντας «θα μπορούσαμε και οι δύο να έχουμε γίνει κακοποιοί. Όπως και για εμένα, έτσι και για εκείνον, κανένας δε θα στοιχημάτιζε ούτε μια δεκάρα όταν ήμασταν 15».

Patrick Wayne Swayze



«Κανένας δεν βάζει την Μπέιμπι στην γωνία!» Η ατάκα που έκανε τον Πάτρικ Σουέιζι σταρ. Όμως, το αλκοόλ του στέρησε μια μεγάλη καριέρα. Έφυγε στα 57 του.
Τρία χρόνια αργότερα, έδειξε πάλι την ευαίσθητη πλευρά του, όταν στον Αόρατο Εραστή ακολουθούσε παντού Ντέμυ Μουρ, ακόμη και μετά τον βίαιο θάνατό του, σύμφωνα με το σενάριο. Ο ηθοποιός από το Τέξας, αναδείχθηκε το 1991 ως ο «πιο σέξι άντρας εν ζωή». Η βαθιά φωνή του και τα εκφραστικά του μάτια ήταν μέρος της ακαταμάχητης γοητείας του.
Ο Πάτρικ Σουέιζι γεννήθηκε στις 18 Αυγούστου του 1952 στο Τέξας της Αμερικής.
Η μητέρα του είχε σχολή χορού και ήταν μια καλή χορογράφος. Ο Πάτρικ από μικρός είχε κλίση στο χορό και φυσικά παρακολουθούσε μαθήματα με δασκάλα τη μητέρα του. Παρά τους συχνούς χλευασμούς από τους συμμαθητές του στο σχολείο, η αγάπη του για το μπαλέτο και τον κλασικό χορό δεν έσβησε. Όταν τέλειωσε το λύκειο μετακόμισε στη Νέα Υόρκη για να σπουδάσει χορό σε υψηλότερο επίπεδο. Μάλιστα, συμμετείχε σε περιοδεία με την ομάδα μπαλέτου της Ντίσνεϊ. Το 1975 παντρεύτηκε την εφηβική του αγάπη, Λίσα Νιέμι. Η Λίσα ήταν μαθήτρια της μητέρας του και μετέπειτα χορογράφος. Μετά από μία αποβολή της Λίσα, σταμάτησαν την προσπάθεια να αποκτήσουν παιδιά. Το ζευγάρι δεν χώρισε ποτέ, παρά μόνο όταν ο Σουέιζι, έφυγε πρόωρα από τη ζωή.
Ο Σουέιζι ξεκίνησε την επαγγελματική του καριέρα σαν χορευτής και χορογράφος. Στη Νέα Υόρκη έκανε αρκετές εμφανίσεις σε θεατρικά έργα, μιούζικαλ και βιντεοκλίπ της εποχής. Το 1979 έκανε ντεμπούτο στον κινηματογράφο. Δύο χρόνια αργότερα έπαιξε στην τηλεοπτική σειρά MASH και ενσάρκωσε ένα στρατιώτη που πάσχει από λευχαιμία. Ακολούθησαν πολλές τηλεοπτικές και κινηματογραφικές συμμετοχές. Το 1986 γνώρισε την πρώτη του επιτυχία μέσω της τηλεοπτικής σειράς North and South (Βόρειοι και Νότιοι). Το 1987 έκανε το μεγάλο μπαμ. Πρωταγωνίστησε στην ταινία Dirty Dancing. Ήταν ο δάσκαλος χορού σε μια κατασκήνωση και ερωτεύθηκε μια κοπέλα την οποία βοήθησε να ξεπεράσει την καταπίεση και την περιφρόνηση των γονιών της. Το σενάριο ήταν κομμένο και ραμμένο για να γίνει η ταινία εμπορική επιτυχία και έγινε. Ο Σουέιζι έγινε είδωλο στη νεολαία. Ο Πάτρικ προτάθηκε και για Χρυσή Σφαίρα. Άλλη μια συμμετοχή στις Χρυσές Σφαίρες του χάρισε ο ρόλος του στον Αόρατο Εραστή. Μάλιστα, η επιτυχία που σημείωσε σε αυτή την ταινία τον καθιέρωσε και στην χιπ-χοπ κουλτούρα. Για αρκετούς μήνες, πολλά χιπ-χοπ τραγούδια περιείχαν τον στίχο «είμαι ο Σουέιζι», εννοώντας «φεύγω/είμαι αόρατος/ την κάνω» και παρέπεμπε στον ρόλο του στην ταινία  Ghost.
Τη δεκαετία του ΄90, η εμπορική του επιτυχία άρχισε να φθίνει. Αν και συμμετείχε σε πολλές ταινίες και σειρές, οι κριτικές ήταν μέτριες και δεν μπόρεσε να πλασαριστεί σαν μεγάλος ηθοποιός. Ίσως επειδή διάλεξε πρωταγωνιστικούς ρόλους σε ταινίες δράσης με μέτριο σενάριο και κάστ. Ο Πάτρικ, σε συνέντευξη του δήλωσε ότι η εμπορική επιτυχία και η αναγνώριση του δημιούργησε πρόβλημα εθισμού στο αλκοόλ κι έτσι με χαμηλά στάνταρ πλέον, αρκέστηκε σε ό,τι δουλειά έβρισκε. Με τη βοήθεια της γυναίκας του εισήχθη σε κέντρο απεξάρτησης και αντιμετώπισε τον εθισμό του. «Πήρα την απόφαση να αποστασιοποιηθώ από τις μεγάλες παραγωγές όταν απεξαρτήθηκα από το αλκοόλ. Έγινα ένα με την νοοτροπία μιας εμπορικά επιτυχημένης ταινίας και αυτό κατέστρεφε την ιδέα που είχα για την έννοια της ζωής. Η μοναξιά της φήμης έπαιζε παιχνίδια με το μυαλό μου. Από την στιγμή που είσαι διάσημος για αρκετό καιρό και λες την ιστορία σου, όλα μπορούν να ακουστούν σαν ένα ψέμα. Δεν ξέρεις πια τι είναι αλήθεια. Μοιάζει σαν ένα άρθρο που κάποιος έγραψε, παρά σαν την ουσία του ποιος πραγματικά είσαι». Μέχρι το τέλος της ζωής του, ο Πάτρικ Σουέιζι παρέμεινε μανιώδης καπνιστής. Το 2008, ο Πάτρικ Σουέιζι διαγνώστηκε με καρκίνο στο πάγκρεας. Όταν έγινε γνωστό, πλήθος μηνυμάτων αγάπης και συμπαράστασης έφτασαν στο σπίτι του ηθοποιού. Ο Πάτρικ δεν κρύφθηκε και αντιμετώπισε τον καρκίνο με αισιοδοξία, γνωρίζοντας βέβαια από την αρχή ότι ήταν μια χαμένη μάχη. Πίστευε ότι ο αλκοολισμός και το κάπνισμα συνέβαλαν κάπως στην εμφάνιση του καρκίνου. Ακολούθησε θεραπεία σε πανεπιστημιακό νοσοκομείο της Αμερικής. Τον Ιανουάριο του 2009 εισήχθη στο νοσοκομείο για πνευμονία. Η υγεία του χειροτέρευε, αλλά ο Πάτρικ δεν το έβαζε κάτω. Εκείνη την εποχή βρισκόταν στα γυρίσματα μιας νέας τηλεοπτικής σειράς ,του Beast και ένιωθε απογοητευμένος που δεν ήταν σε θέση να προωθήσει καλύτερα την σειρά. Στις 14 Σεπτέμβρη του 2009, ο Πάτρικ Σουέιζι άφησε την τελευταία του πνοή στο σπίτι του στην Καλιφόρνια. Η ανακοίνωση του θανάτου του έγινε το ίδιο βράδυ από τον μάνατζερ του ηθοποιού. Πολλοί ηθοποιοί, συνεργάτες και θαυμαστές έσπευσαν να συλλυπηθούν την οικογένεια του Πάτρικ. Πρώτη η Ντέμι Μουρ έγραψε στο φέισμπουκ: «Πάτρικ, αγαπήθηκες από πολύ κόσμο. Το φως σου θα λάμπει πάντα μέσα στις ζωές μας..». 

Ruth Elizabeth "Bette" Davis




«Επιβίωσα γιατί ήμουν η σκληρότερη όλων». Μπέτι Ντέιβις, η ιστορία πίσω από την άκαρδη, ασυμβίβαστη, αλλά και σπουδαία σταρ του Χόλιγουντ. Πώς έχασε τον ρόλο από τη Βίβιαν Λι.
«Έχω μάτια σαν βατράχου, λαιμό σαν στρουθοκαμήλου και αραιά μαλλιά. Πρέπει λοιπόν, να είσαι πολύ καλή ηθοποιός για να επιβιώσεις στο Χόλιγουντ με τέτοιο.. εξοπλισμό». Με αυτό τον εξοπλισμό η Μπέτι Ντέιβις όχι μόνο επιβίωσε, αλλά καθιέρωσε κι ένα νέο γυναικείο τύπο στην κινηματογραφική βιομηχανία. Γεννήθηκε στη Μασαχουσέτη στις 5 Απριλίου του 1908. Στην εφηβεία της ακόμη, παρακολουθούσε εντυπωσιασμένη τις ερμηνείες της παράστασης «Αγριόπαπια» του Ίψεν και έτσι αποφάσισε και η ίδια να γίνει ηθοποιός. Ξεκινά τις σπουδές της στον χορό και παράλληλα υποκριτική, με συμφοιτήτριες την Κάθριν Χέιμπορν και τη Λουσίλ Μπολ. Το 1929 επιλέχθηκε να ερμηνεύσει τη Χέντβικ στη θεατρική παράσταση «Αγριόπαπια», την ίδια παράσταση που την ώθησε να ασχοληθεί με την υποκριτική. Συμμετέχει σε άλλες δυο παραστάσεις στο Μπρόντγουεϊ, για τις οποίες απέσπασε πολύ καλές κριτικές.
Παρά το γεγονός ότι απείχε από το στερεότυπο της ομορφιάς των σταρ εκείνης της εποχής, το 1930 την κάλεσε η Universal για δοκιμαστικό. Έτσι ξεκίνησε επίσημα την καριέρα της το 1931 με την ταινία «Bad Sister». Η Ντέιβις έκανε αισθητή την παρουσία της το 1934 με την ταινία «Ανθρώπινη δουλειά» (Of human Bondage), όπου ενσάρκωσε με μεγάλη επιτυχία το ρόλο της χειριστικής και αδίστακτης γυναίκας. Ήταν μια από τις ταινίες που την έκαναν «ιερό τέρας». Τότε όλοι μίλησαν για την καλύτερη ερμηνεία γυναίκας ηθοποιού στο αμερικανικό σινεμά. Χάρη σε αυτή την ερμηνεία κατατάσσεται δεύτερη στη λίστα της Αμερικανικής Ακαδημίας κινηματογράφου με τις 25 μεγαλύτερες σταρ όλων των εποχών. Το πρώτο Όσκαρ για την Ντέιβις ήρθε το 1935 για την ταινία «Dangerous», ενώ το δεύτερο ήρθε τρία χρόνια μετά, με την ταινία «Jezebel».
Η Μπέτι Ντέιβις στη διάρκεια των γυρισμάτων της ταινίας «Jezebel» ερωτεύθηκε και έκανε σχέση με τον σκηνοθέτη της ταινίας, Γουίλιαμ Γουάιλερ. Και οι δυο τους ήταν παντρεμένοι, αλλά ο Γουάιλερ δεν άφησε ποτέ τη γυναίκα του για τον έρωτα με τη Μπέτι. Αργότερα στη βιογραφία της τον χαρακτήρισε ως τον έρωτα της ζωής της, με άδοξο τέλος. Η Μπέτι Ντέιβις είχε υπογράψει συμβόλαιο με την κινηματογραφική εταιρεία «Warner» και η ίδια αρνιόταν να τη δανείσει σε άλλες εταιρείες. Αυτό στάθηκε εμπόδιο για τη Ντέιβις, που έχασε το ρόλο της κακομαθημένης Σκάρλετ από τη Βίβιαν Λι, στην ταινία «Όσα παίρνει ο άνεμος».
Τότε η Ντέιβις έσπασε το συμβόλαιο με τη «Warner», προκειμένου να πρωταγωνιστήσει σε δύο ταινίες του Αλεξάντερ Κόρντα και να συμπρωταγωνιστήσει με την Κάθριν Χέμπορν. Η Μπέτι Ντέιβις κατέφυγε στα δικαστήρια με την εταιρεία, όπου και έχασε τη μάχη και αναγκάστηκε να αποζημιώσει την εταιρεία χάνοντας σχεδόν όλη της την περιουσία.
Η κόντρα τους ξεκίνησε στα πρώτα κινηματογραφικά βήματα της Ντέιβις, όταν πήρε ένα μεγάλο ρόλο για την ταινία «Ex-Lady». Τότε η Τζόαν Κρόφορντ ήταν ήδη καταξιωμένη ηθοποιός. Τα Μέσα της εποχής όμως ασχολούνταν περισσότερο με την ερωτική ζωή της Κρόφορντ. Την ημέρα της πρεμιέρας της ταινίας, η Κρόφορντ ανακοίνωσε ότι παίρνει διαζύγιο από το σύζυγό της Ντάγκλας Φέρμπαγκς Τζούνιορ. Αυτό ήταν κάτι που η Ντέιβις πήρε προσωπικά. Το 1935 ο παρτενέρ της Ντέιβις στην ταινία «Dangerous» ήταν ο Φρανσό Τόουν και τον ερωτεύτηκε αμέσως. Η Κρόφορντ όμως ήταν αυτή που τον παντρεύτηκε τελικά, αφού έβαλε τα δυνατά της να τον αποπλανήσει και να τον απομακρύνει από την Ντέιβις. Η Ντέιβις ζήλεψε, πικράθηκε και σε συνέντευξη που έδωσε αργότερα δήλωσε ότι «το έκανε ψυχρά, εσκεμμένα και με απόλυτα αδίστακτο τρόπο». Έκτοτε είχαν γίνει κάποιες προσπάθειες να συμφιλιωθούν οι δυο γυναίκες, όμως απέτυχαν όλες. Η “καλύτερη” ατάκα της Ντέιβις για τη μεγάλη της κόντρα με την Κρόφορντ ήταν: «Η καλύτερη στιγμή που είχα με την Τζόαν Κρόφορντ ήταν όταν την έσπρωξα από τις σκάλες».
Η τεταμένη σχέση των δυο σταρ αποτυπώνεται με εξαιρετικό τρόπο στην τηλεοπτική σειρά «Feud» με πρωταγωνίστριες τη Σούζαν Σάραντον, υποδυόμενη την Ντέιβις και τη Τζέσικα Λανγκ, υποδυόμενη την Κρόφορντ. Η ιστορία της σειράς διαδραματίζεται κατά τη διάρκεια της συνεργασίας των γυναικών στην υποψήφια για Όσκαρ ταινία θρίλερ «What Ever Happened to Baby Jane?». Εντύπωση προκάλεσε η δήλωση της Ντέιβις μετά το θάνατο της Κρόφορντ, συνεχίζοντας την κόντρα μεταξύ τους: «Δεν πρέπει ποτέ να μιλάς άσχημα για τους νεκρούς, συνήθως πρέπει να λες ωραία πράγματα. Η Τζόαν Κρόφορντ πέθανε. Ωραία λοιπόν!» Η Μπέτι Ντέιβις από μικρή υποδυόταν ώριμες γυναίκες και δεν δίστασε ποτέ να θυσιάσει την εμφάνισή της για έναν καλό ρόλο. Το 1962, όταν έδωσε τη συγκλονιστική ερμηνεία για την ταινία «What Ever Happened to Baby Jane?», η κόρη της μόλις την είδε σαν τρελή, έντονα μακιγιαρισμένη γριά, της είπε: «Νομίζω πως αυτή τη φορά το παράκανες μαμά! Ξεπέρασες τον ίδιο σου τον εαυτό!».
Το 1983, η κόρη της Μπάρμπαρα έγραψε το βιβλίο «My mother’s keeper». Στο βιβλίο παρουσίαζε τη μητέρα σας αυταρχική και αλκοολική. Ως απάντηση στο βιβλίο της Μπάρμπαρας, η Ντέιβις έγραψε τη δεύτερη αυτοβιογραφία της, «This’n’That». Από τότε η Ντέιβις αποκλήρωσε την κόρη της και δεν της ξαναμίλησε έως τον θάνατό της. Σχεδόν μέχρι την ημέρα που νικήθηκε από τον καρκίνο, στις 6 Οκτωβρίου του 1989 στο Παρίσι, συνέχισε να δουλεύει για τον κινηματογράφο. Η ίδια είχε δηλώσει ότι ήθελε να πεθάνει με τα ψηλά τακούνια της σε δράση. «Περισσότερο από την αρρώστια φοβόμουν ότι υπήρχε κίνδυνος να μην ξαναδουλέψω. Αυτός ήταν ο τρόμος μου κάθε φορά που έμπαινα στο νοσοκομείο».

Antonio Banderas

                                             

 Όνειρό του ήταν να γίνει μεγάλος ποδοσφαιριστής. Το ταλέντο το είχε σίγουρα, όπως τον διαβεβαίωναν οι προπονητές τους. Όμως σε ηλικία 14 ετών, έσπασε το πόδι του και οι ελπίδες για μία σπουδαία καριέρα εξανεμίστηκαν. Το ενδιαφέρον του μετά τον τραυματισμό, στράφηκε προς πιο καλλιτεχνικές ασχολίες. Εκείνη την εποχή, η Ισπανία, απ’ όπου κατάγεται, γνώριζε μία άνθηση των τεχνών, καθώς είχε μόλις πέσει η δικτατορία του Φράνκο και οι πολίτες εξερευνούσαν τις νέες ελευθερίες τους. Ένας από τους καλλιτέχνες που αναδείχτηκαν εκείνη την περίοδο, ήταν ο νεαρός σκηνοθέτης Πέδρο Αλμοδόβαρ, που όταν συνάντησε τον εικονιζόμενο, αποφάσισε πως ήταν η «μούσα» του. Το 1982, εμφανίστηκε στην ταινία του, «Ο Λαβύρινθος του Πάθους». Συνεργάστηκαν ξανά το 1986 στην ταινία «Matador» και το 1987, προκάλεσε σάλο όταν υποδύθηκε έναν ομοφυλόφιλο άντρα στην ταινία «Ο Νόμος του Πόθου». Το 1990, συμμετείχε στην ταινία που τον έκανε διάσημο στην Αμερική, την ανατρεπτική κωμωδία του Αλμοδόβαρ, «Δέσε Με». Την ευκαιρία να γίνει γνωστός στο Χόλιγουντ, του την έδωσε η Μαντόνα, όταν ακούστηκε να λέει στο ντοκιμαντέρ της, «Truth or Dare», ότι θα ήθελε να κοιμηθεί μαζί του, αν και ήταν παντρεμένος. Το όνομά του άρχισε να ακούγεται στους διαδρόμους των μεγάλων στούντιο και έτσι το 1992, γνωρίζοντας μόνο λίγες λέξεις στα αγγλικά, προσελήφθη για τις πρώτες μεγάλες, αμερικάνικες ταινίες. Στην ταινία «Mambo Kings», δεν καταλάβαινε τα λόγια του και τα είχε μάθει απ’ έξω φωνητικά, δηλαδή απλώς μιμούνταν τους ήχους των λέξεων, χωρίς να τις ξεχωρίζει. Κι όμως, αυτό δεν το σταμάτησε, από το να κερδίσει το ρόλο του εραστή του Τομ Χανκς στην βραβευμένη ταινία «Philadelphia» και του γοητευτικού βρικόλακα στη «Συνέντευξη με έναν Βρικόλακα». Όπως ήταν φυσικό, οι ρόλοι που του προσφέρονταν ήταν για μελαχρινούς, γοητευτικούς, «Λατίνους εραστές». Στο «Desperado» υποδύθηκε τον Μεξικανό μαριάτσι, που κυνηγά έναν έμπορο ναρκωτικών για να εκδικηθεί τον θάνατο της αγαπημένης του. Το 1998, βρήκε τον ρόλο που ταίριαξε όσο κανείς άλλος μέχρι τότε. Ενσάρκωσε τον μασκοφόρο εκδικητή «Ζορό», που έγινε τεράστια  επιτυχία.

Bill Murray

Τον συνέλαβαν στα 20 με μισό κιλό μαριχουάνα, δεν έχει μάνατζερ, δεν σηκώνει τα τηλέφωνα, πάει απρόσκλητος σε πάρτι και προσέλαβε έναν κωφό για βοηθό του, αν και δεν γνωρίζει τη νοηματική.


«Μόλις είδα την πρώτη σκηνή δράσης στους Ghostbusters ήξερα ότι θα βγάλω πολλά λεφτά… Όχι απλά αργούσα στα γυρίσματα, αλλά είχα και το ανάλογο ύφος». Όλοι μιλούν για «την περίπτωση» Μπιλ Μάρεϊ, όταν θέλουν να τον περιγράψουν. Στα 20 του χρόνια συνελήφθη στο αεροδρόμιο O’Hare με μισό κιλό μαριχουάνα στην κατοχή του. Στα 17, έχασε τον πατέρα του. Είναι το πέμπτο παιδί ανάμεσα σε εννιά αδέρφια. Το πιο ατίθασο, το πιο ξεχωριστό.
Δεν έχει μάνατζερ. Για να τον βρουν οι παραγωγοί πρέπει να αφήσουν μήνυμα στην αυτοματοποιημένη γραμμή 1-800, που έχει ενεργοποιήσει για επαγγελματικές προτάσεις. Είναι ζήτημα αν ακούει τα μηνύματα του μια φορά το μήνα. Αν του αρέσει η πρόταση, πρέπει να του σταλεί το σενάριο, με φαξ! Στο παρελθόν κινδύνευσε να χάσει σημαντικές δουλειές εξαιτίας αυτής της ιδιοτροπίας του, αλλά δεν τον νοιάζει ιδιαίτερα. Από τους «Ghostbusters» και μετά απέκτησε τη δική του φιλοσοφία για τη ζωή και την επαγγελματική του πορεία. Η μεγάλη επιτυχία της ταινίας τον σόκαρε. Θέλησε να γίνει πιο επιλεκτικός και έτσι αποτραβήχτηκε από τα κινηματογραφικά πλατό για ένα διάστημα. Κέρδισε το πρώτο βραβείο Emmy για το σόου  Saturday Night Live. Όπως αποκάλυψε, πριν την έναρξη του πρώτου επεισοδίου, πιάστηκε στα χέρια με τον Τσέβι Τσέϊς. Ο Μάρεϊ γέμισε με αφρό ξυρίσματος το στόμα του Τσέϊς, ενώ όταν βγήκαν στον αέρα αντάλλασσαν καυστικά σχόλια. Ο Τσέϊς κορόιδευε την ακμή στο πρόσωπο του Μάρεϊ, ενώ εκείνος του πετούσε υπονοούμενα για το κατά πόσο μπορούσε να ικανοποιήσει ερωτικά τη γυναίκα του. Άλλοι τον αποκαλούν εκκεντρικό, άλλοι απλά παράξενο και ιδιόρρυθμο. 

Το περιστατικό στα γυρίσματα της ταινίας, «Η μέρα της Μαρμότας», ίσως δικαιολογεί και τους τρεις χαρακτηρισμούς. Επειδή δεν ήθελε να ξέρει κανένας τα προσωπικά του θέματα, αποφάσισε να προσλάβει ως βοηθό του έναν κωφό! Ο ίδιος δεν ήξερε νοηματική, αλλά μπήκε στη διαδικασία να τη μάθει προκειμένου να μπορεί να συνεννοείται με τον βοηθό του. Ύστερα από μέρες προσπαθειών, κατάλαβε ότι ήταν αδύνατο να τα βγάλει πέρα και σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα να μάθει τη νοηματική γλώσσα. Έτσι του έγραψε το εξής: «Είσαι αντικοινωνικός. Ας μην μιλάμε». Δέχτηκε να συμμετάσχει στο καστ της ταινίας «Garfield», γιατί πίστεψε ότι ήταν έργο των αδερφών Κοέν. Ο συγγραφέας, που λεγόταν Κοέν στο επίθετο, ξεκαθάρισε στον ηθοποιό ότι δεν είχε καμία σχέση με τους σκηνοθέτες, μετά το τέλος των γυρισμάτων. Ωστόσο, ο Μάρεϊ συμμετείχε και στο «Garfield 2». Στην ταινία που τον έφτασε στα Όσκαρ «Lost in Translation», υπάρχει μια σκηνή στο τέλος που ψιθυρίζει κάτι στο αφτί της Σκάρλετ Γιόχανσον. Ποτέ δεν αποκάλυψε σε κανέναν τι είπε. Παντρεύτηκε και χώρισε δυο φορές. Από τους γάμους του απέκτησε έξι γιους. Τα τελευταία χρόνια ο Μπιλ Μάρεϊ είναι ιδιοκτήτης της ερασιτεχνικής ομάδας μπέιζμπολ «Charleston River Dogs». Ο μοναδικός τίτλος που αποδέχεται σε σχέση με την ομάδα είναι, «Διευθυντής Διασκέδασης». Τα διοικητικά θέματα δεν είναι το φόρτε του, επομένως εστιάζει σε αυτό που κάνει καλύτερα. Εμψυχώνει την ομάδα και φροντίζει σε κάθε αγώνα να προσελκύει περισσότερο κόσμο μέσα από τις απροσδόκητες πλάκες του.
Όσο μεγαλώνει, ο τρόπος που του αρέσει να διασκεδάζει είναι κάπως ασυνήθιστος για έναν ηθοποιό του βεληνεκούς του. Τον έχουμε δει να εισβάλλει απρόσκλητος σε φοιτητικά πάρτι και στο τέλος να πλένει τα πιάτα. Να συμμετέχει σε βραδιές καραόκε με ανθρώπους που δεν γνωρίζει, όπως επίσης να ποζάρει σε φωτογραφίες αρραβώνων, απλά επειδή περνούσε τυχαία από το σημείο και εντόπισε τους μελλόνυμφους.
Δεν αρνείται να δώσει αυτόγραφα, αλλά ποτέ δεν υπογράφει με το όνομα του. Για παράδειγμα, όταν τον πλησίασαν πριν από κάποια χρόνια δυο νεαρά παιδιά και του ζήτησαν να τους υπογράψει σε μια χαρτοπετσέτα εκείνος με μεγάλη χαρά δέχτηκε. Στο αγόρι που ήταν πολύ αδύνατο έγραψε: «Μήπως να χάσεις λίγο βάρος κολλητέ; Με αγάπη Τζιμ Μπελούσι», ενώ στο κορίτσι έγραψε: «Είσαι πολύ όμορφη πριγκίπισσα. Τηλεφώνησε μου. Δικός σου πάντα, Ρομπ Λόου». Ένα είναι το περιστατικό που θυμάται και αναπολεί περισσότερο ο ίδιος. Μια βραδιά, πριν από αρκετά χρόνια βρέθηκε στο Όκλαντ, εγκλωβισμένος σε ταξί, μέσα στην κίνηση. Έπιασε κουβέντα με τον οδηγό, όταν εκείνος του αποκάλυψε ότι ήταν επαγγελματίας σαξοφωνίστας. 

Δεν θα το ξεχάσω ποτέ. Μου είπε ότι δούλευε 14 ώρες την ημέρα σαν οδηγός ταξί και ότι θα εγκατέλειπε το σαξόφωνο γιατί δεν είχε άλλη επιλογή. Με συγκίνησε γιατί μου εξομολογήθηκε ότι το  έχει πάντα μαζί του στο πορτ μπαγκάζ. Ο Μάρεϊ χωρίς δεύτερη σκέψη μπήκε στη θέση του οδηγού και έβαλε τον άντρα στο πίσω κάθισμα να παίζει αγαπημένα κομμάτια στο σαξόφωνο. Μάλιστα κάποια στιγμή, πείνασαν πολύ και σταμάτησαν για μπέργκερ. Ούτε τότε όμως ο άντρας σταμάτησε να παίζει μουσική. Μαζεύτηκε πολύς κόσμος γύρω τους που από ευχαρίστηση και καθόλου ως ελεημοσύνη έδιναν χρήματα στον σαξοφωνίστα! «Δεν θα το ξεχάσω όσο ζω», είπε ο Μάρεϊ σε συνέντευξη που παραχώρησε το 2014, στο περιοδικό Rolling Stone.

Lawrence Tureaud (Mr. T)

Mr. T, ο πρωταγωνιστής του Ρόκι 3. Ξεπέρασε τον καρκίνο, μεγάλωσε σε γκέτο με συμμορίες, αλλά τον προστάτευσε η μητέρα του! Έγινε σωματοφύλακας του Μοχάμεντ Άλι και του Μάικλ Τζάκσον.
Το 1980, διεξάγεται ο διαγωνισμός με τίτλο:«Ο Σκληρότερος Φουσκωτός στον Κόσμο». Για την ανάδειξη του νικητή υπήρχαν πολλές δοκιμασίες δύναμης, αλλά στον τελικό οι φιναλίστ έπρεπε να πυγμαχήσουν για δύο λεπτά. Ένα από τα φαβορί δήλωσε:«Απλά νιώθω άσχημα για τον τύπο που θα παλέψω. Νιώθω άσχημα». Το φαβορί κέρδισε τον τίτλο μέσα σε 54 δευτερόλεπτα, βγάζοντας τον αντίπαλό του νοκ άουτ. Το όνομά του ήταν Mr. T. Δύο χρόνια αργότερα, φοβέριζε τον Μπαλμπόα στο Ρόκυ 3. Οι ρεπόρτερ τον ρωτάνε αν τον μισεί και αυτός απαντά: «Δεν τον μισώ. Αλλά τον λυπάμαι τον ανόητο». Στα αγγλικά, η φράση «I pity the fool» έγινε σήμα κατατεθέν το αγριωπού Mr. T, που πάνω της βάσισε ολόκληρη την καριέρα του.

Γεννήθηκε σε ένα απ’ τα χειρότερα γκέτο του Σικάγο και μεγάλωσε περιτριγυρισμένος από συμμορίες και ναρκωτικά. Ωστόσο δεν εντάχθηκε σε καμία συμμορία και δεν δοκίμασε ουσίες.  Όπως λέει το χρωστάει στη μάνα του, που τον μεγάλωσε σωστά. Του είχε πει να αναλογίζεται πάντα την πηγή από όπου προέρχεται κάποια προσβολή και να μην αντιδρά με βία. Ειδικά όταν κάποιος τον αποκαλούσε «δειλό» επειδή δεν ανήκε σε συμμορία.
Ακολουθώντας τις συμβουλές της μητέρας του, ο Mr. T, που τότε ήταν γνωστός ως Λόρενς Τυρό, κατάφερε να σπουδάσει στο πανεπιστήμιο, έχοντας εξασφαλίσει μια υποτροφία με τις επιδόσεις του στην πυγμαχία. Σπούδασε μαθηματικά για ένα χρόνο, πριν τον αποβάλλουν. Μέχρι σήμερα δεν έχει γίνει γνωστό για ποιο λόγο σταμάτησε τις σπουδές. Το 1975 κατατάχτηκε στο στρατό, όπου έκοψε μόνος του 70 δέντρα μέσα σε τρεισήμισι ώρες, ύστερα από εντολή ενός ανώτερου του, που ήθελε να τον τιμωρήσει. Ο αξιωματικός όμως δεν είχε ορίσει τον αριθμό των δέντρων που ήθελε να κοπούν, γι’ αυτό και ο Λορενς συνέχιζε ακάθεκτος, μέχρι που τον σταμάτησαν.
Μετά από ένα αποτυχημένο δοκιμαστικό για την ομάδα football «Green Bay Packers», ο Λόρενς βρήκε δουλειά ως «φουσκωτός» σε νυχτερινά μαγαζιά. Για να τρομοκρατεί τους ταραξίες, δημιούργησε μία καινούρια περσόνα, στην οποία έδωσε το όνομα Mr. T. Όπως αποκάλυψε σε συνέντευξή του, το όνομα ήταν θέμα σεβασμού. 
Άκουγε όλη του τη ζωή τους λευκούς να αποκαλούν τον παππού και τον πατέρα του «αγόρια». Γι’ αυτό έβαλε το «Mister» στο όνομά του, έτσι ώστε κάθε φορά που του μιλούσαν, να τον αποκαλούν «κύριο». 

Με τον Χαλκ Χόγκαν
Την ίδια περίοδο εμφάνισε για πρώτη φορά το ιδιαίτερο κούρεμά του, το οποίο έχει δηλώσει επανειλημμένα ότι δεν πρόκειται για «μοϊκάνα», αλλά για το χτένισμα των πολεμιστών της αφρικανικής φυλής Μαντίνκα. Το περιέγραψε ως «φόρο τιμής» στους αφρικανούς πρόγονούς τους. Για τον ίδιο λόγο, άρχισε να φοράει τις χρυσές αλυσίδες γύρω απ’ τον λαιμό του. Κοιμόταν μ΄ αυτές τα βράδια γιατί, όπως έλεγε, το βάρος του του θύμιζε τις αλυσίδες που φορούσαν οι σκλάβοι. Βέβαια οι δικές του αλυσίδες κόστιζαν εκατοντάδες χιλιάδες δολάρια, αλλά η ιστορία του ακουγόταν ωραία στα μέσα. Σταμάτησε να τις φοράει μετά τις καταστροφές που προκάλεσε ο τυφώνας «Κατρίνα»: «Σαν Χριστιανός, όταν είδα τους ανθρώπους να χάνουν τις ζωές και την περιουσία τους, ένιωθα ότι θα ήταν αμαρτία να συνεχίσω να φοράω χρυσό. Θα ήταν αναίσθητο και ασεβές. Γι’ αυτό σταμάτησα».
Παράλληλα με τα νυχτερινά μαγαζιά, ο Mr. T εργαζόταν ως σωματοφύλακας. Φύλαξε σουπερστάρ, όπως ο Μοχάμεντ Άλι, ο Μάικλ Τζάκσον κι η Νταϊάνα Ρος. Κατά καιρούς, δεχόταν περίεργες επαγγελματικές προτάσεις, ενώ ένας πελάτης του ζήτησε  να σκοτώσει κάποιον για 75 χιλιάδες δολάρια. Η πρώτη του επαφή με τη δημοσιότητα έγινε το 1980, όταν συμμετείχε στον διαγωνισμό «Ο Σκληρότερος Φουσκωτός στον Κόσμο». Κέρδισε τον τίτλο και τις δύο χρονιές που προβλήθηκε. Τον διαγωνισμό παρακολούθησε και ο Σιλβέστερ Σταλόνε, που τότε έψαχνε ηθοποιούς για την τρίτη ταινία του Ρόκι. Ο Mr. T προοριζόταν για έναν πιο μικρό ρόλο, αλλά γρήγορα αποδείχτηκε ότι μπορούσε να γίνει το «πρόσωπο» της ταινίας. Έκτοτε, η καριέρα του έχει βασιστεί στην εικόνα που δημιούργησε ως ο πυγμάχος στο Ρόκι 3. Έχει παίξει σε τηλεοπτικές σειρές και διαφημίσεις, όπου υποδύεται τον σκληρό μαχητή, ενώ παρουσίασε ένα ριάλιτι σόου με τίτλο «I Pity the Fool», όπου ταξίδευε στην Αμερική και εμψύχωνε προβληματισμένους ανθρώπους.
Το 1985 έλαβε μέρος στο πρώτο «Wrestlemania», μία από τις διοργανώσεις του WWF, στο πλευρό του θρυλικού παλαιστή Χαλκ Χόγκαν. Όταν του πρότειναν να μπει το όνομά του ανάμεσα στους θρυλικότερους μαχητές του WWE, οι άλλοι παλαιστές τον κατηγόρησαν ότι δεν το άξιζε, γιατί δεν είχε συμμετάσχει πραγματικά σε αγώνες. Ο Mr. T το απέρριψε την πρώτη φορά, αλλά δέχτηκε την δεύτερη πρόταση, που του έγινε το 2014.
Το 1995, διαγνώστηκε με λέμφωμα Τ-κυττάρων. Αντιμετώπισε τα νέα με χιούμορ: «Το φαντάζεστε; Καρκίνος με το όνομά μου. «Προσωπικός» καρκίνος», δήλωσε σε συνέντευξή του. Η πρώτη δόση χημειοθεραπείας κράτησε τέσσερις βδομάδες και ο καρκίνος εξαφανίστηκε.

Με την Νάνσι Ρίγκαν
Όμως επανεμφανίστηκε 11 μήνες αργότερα. «Η διασημότητα δεν μπορούσε να με σώσει. Το χρυσό, τα λεφτά δεν μπορούσαν να σταματήσουν τον καρκίνο», είπε, χωρίς να ξεχάσει την αγαπημένη του φράση, «Λυπάμαι τον ανόητο που τα παρατάει. Όλοι θα πεθάνουμε κάποια στιγμή. Μη γίνεσαι δειλός. Πάλεψε». Μετά από έξι βδομάδες χημειοθεραπείας, ο Mr. T είχε νικήσει τον καρκίνο.Έχει μιλήσει πολλές φορές για τη δράση του στα γκέτο και τις προσπάθειές του να απομακρύνει τους νέους απ’ τα ναρκωτικά. Συνεργάστηκε με την Πρώτη Κυρία της Αμερικής, Νάνσι Ρίγκαν, όταν ξεκίνησε την καμπάνια της κατά των ναρκωτικών, αλλά συχνά μιλάει σε σχολεία και επισκέπτεται την παλιά του γειτονιά. Για το 2015, ετοιμάζεται να ξεκινήσει ένα καινούριο σόου, πάλι με τίτλο «I Pity the Fool», όπου θα επισκευάζει σπίτια μαζί με μια ομάδα ειδικών.

Marlon Brando

Ο πατέρας του έπινε και χτυπούσε τη μητέρα του η οποία είχε εθιστεί στο αλκοόλ, στην προσπάθειά της να ξεχάσει τις δυσκολίες της ζωής της. Ο ηθοποιός ήταν υπερπροστατευτικός με τη μητέρα του και φήμες λένε ότι μια μέρα έφτασε να πυροβολήσει τον πατέρα του για να την σώσει από τη μανία του. Όταν μεγάλωσε γράφτηκε στην στρατιωτική σχολή που είχε φοιτήσει και ο πατέρας του. Απέτυχε παταγωδώς. Ένας απ’ τους δασκάλους όμως του πρότεινε να ασχοληθεί με το θέατρο, όπου θα μπορούσε να διοχετεύσει την ευαισθησία, αλλά και την οργή του. Η μητέρα του, που είχε υπάρξει ηθοποιός, ενθουσιάστηκε με το νέο ενδιαφέρον του γιου της. Το μόνο εμπόδιο ήταν και πάλι ο πατέρας του που τελικά πείστηκε από τη μητέρα του. Επόμενος σταθμός ήταν η Νέα Υόρκη για σπουδές στην υποκριτική. Διέπρεψε. Ήταν με διαφορά ο καλύτερος μαθητής και δεν δυσκολεύτηκε καθόλου να βρει δουλειές. Στην πρώτη οντισιόν που πήγε δήλωσε ότι είχε γεννηθεί στην Καλκούτα της Ινδίας. Ξεκίνησε με θεατρικές παραστάσεις που αποκόμισαν εξαιρετικές κριτικές και του έδωσαν το βραβείο του καλύτερου ανερχόμενου ηθοποιού. 

Ξεχώριζε απ’ τους υπόλοιπους ηθοποιούς που κινούνταν έντονα, μιλούσαν δυνατά και έδιναν σε κάθε έκφραση υπερβολική θεατρικότητα. Αυτός ήταν ήσυχος, πιο φυσικός και μιλούσε τόσο χαμηλόφωνα, που πολλοί δυσκολεύονταν να τον καταλάβουν. Το 1947 πέρασε από οντισιόν για την ταινία “Επαναστάτης χωρίς αιτία”. Δεν του έδωσαν τον ρόλο, αλλά λίγο αργότερα έκανε ένα άλλο δοκιμαστικό. Εκεί πέτυχε και πήρε τον ρόλο που έμελλε να γίνει και η πρώτη του μεγάλη επιτυχία. Πρώτη φορά τον ενσάρκωσε στη σκηνή του θεάτρου, αλλά το 1951 το έργο μεταφέρθηκε και στον κινηματογράφο. Ο εικονιζόμενος υποδύθηκε έναν όμορφο, άλλα άγριο νεαρό άντρα που συγκρούεται με την ψυχολογικά ασταθή κουνιάδα του. Το θεατρικό έργο ήταν του Τένεσι Γουίλιαμς, η σκηνοθεσία του Ηλία Καζάν, συμπρωταγωνίστριά του ήταν η Βίβιαν Λι και ο τίτλος “Λεωφορείο ο Πόθος”. Υποδύθηκε τον Στάνλι Κοβάλσκι και άφησε ιστορία στον κινηματογράφο.

Robert Downey Jr.

Το περιοδικό «Forbes» τον ανακήρυξε τον πιο ακριβοπληρωμένο και περιζήτητο ηθοποιό. Το συμβόλαιο του με τη Marvel, του απέφερε 50 εκατομμύρια δολάρια για το ρόλο του Iron Man. Ο λόγος για τον ηθοποιό Ρόμπερτ Ντάουνυ Τζούνιορ, ο οποίος τα τελευταία χρόνια έχει κάνει δυναμική επιστροφή, ύστερα από χρόνιο πρόβλημα εθισμού στα ναρκωτικά. Όλοι τον είχαν ξεγραμμένο, αλλά τους διέψευσε.
Ο πατέρας του Ρόμπερτ ήταν μεγαλοπαραγωγός, σκηνοθέτης και ηθοποιός. Το 1965, στις 4 Απριλίου, γεννήθηκε ο μονάκριβος γιος του, τον οποίο ανέθρεψε με όλες τις κακές συνήθειες που είχε και ο ίδιος. Του κληρονόμησε όμως και το αστείρευτο ταλέντο του, τις αυτοκαταστροφικές τάσεις του και τον άσωτο τρόπο ζωής. Στα πέντε του χρόνια έπαιξε στην πρώτη του ταινία «Pound», που σκηνοθέτησε ο πατέρας του και δοκίμασε το πρώτο τσιγαριλίκι που του πρόσφερε επίσης ο γονιός του! Στα δέκα του χρόνια, τον συνόδευε σε κολασμένα πάρτι και στα 13 του μιλούσε ήδη για γυναίκες σνιφάροντας κόκα, παρέα με τον κολλητό φίλο του πατέρα του, Τζακ Νίκολσον. Ταυτόχρονα, σπούδαζε μπαλέτο και μουσική ώστε να αποκτήσει εφόδια για τη μελλοντική καριέρα του ως ηθοποιός. Το 1978 χώρισαν οι γονείς του και ακολούθησε πιστά τον πατέρα του, ο οποίος τον έβαλε στη σόου μπιζ, στερώντας του την παιδική ηλικία. Με τη μητέρα του, επίσης ηθοποιό, δεν είχε επαφές. Έκτοτε έπαιζε στις περισσότερες ταινίες του πατέρα του και στα 17 του παράτησε το σχολείο για να αφιερωθεί στην ηθοποιία και μόνο.

Καταξιώνεται στα 22 του χρόνια όταν πρωταγωνίστησε στην ταινία «Less than zero». Τραγική ειρωνεία: στο έργο υποδυόταν έναν ναρκομανή, που οι εξαρτήσεις του κατέστρεψαν τη ζωή. Την ίδια περίοδο, ο Ρόμπερτ Ντάουνυ Τζούνιορ έπαιρνε ναρκωτικά με το κιλό. Αυτός ήταν και ο λόγος που τον χώρισε η Σάρα-Τζέσικα Πάρκερ (Sex and the City), με την οποία είχε μια θυελλώδη σχέση από το 1983 μέχρι το 1991. Ωστόσο, η καριέρα του απογειώθηκε και το 1992 εξασφάλισε την πρώτη του υποψηφιότητα για Οσκαρ, λόγω της ερμηνείας του στην ταινία «Τσάπλιν», όπου υποδύεται και τον Τσάρλυ Τσάπλιν. Σε όλη τη δεκαετία του 90, πρωταγωνιστεί σε πολλές ταινίες, κυρίως κωμωδίες, ενώ το πρόβλημα του με τα ναρκωτικά γίνεται όλο και πιο έντονο. Από το 1996 μέχρι το 2001, τον συνελάμβαναν συνέχεια για κατοχή και χρήση ναρκωτικών και πέρασε από πολλά προγράμματα απεξάρτησης από τα ναρκωτικά, χωρίς επιτυχία. Το 1999, μετά από πολλές παραβιάσεις της αναστολής του καταδικάστηκε σε τριετή φυλάκιση. Εξέτισε ένα χρόνο της ποινής του στις δημόσιες φυλακές της Καλιφόρνιας για τοξικομανείς και το 2000 αποφυλακίστηκε.
Το 2001 παίζει σε τηλεοπτική σειρά. Εκτοξεύει τα νούμερα τηλεθέασης και είναι υποψήφιος για τη Χρυσή Σφαίρα, αλλά οι παραγωγοί τον απολύουν γιατί πλέον δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις του ρόλου του. Ήταν συνέχεια υπό την επήρεια ναρκωτικών. Σιγά – σιγά όλες οι πόρτες  κλείνουν και  εκείνος δεν έχει δύναμη να συρθεί μέχρι τον καναπέ στο γραφείο της βοηθού του. Μοναδική του παρηγοριά είναι ο κολλητός του Μελ Γκίμπσον, ο οποίος τον σώζει από βέβαιο θάνατο.

Ακόμη και σήμερα ο Γκίμπσον παραμένει ο φύλακας άγγελος του Ντάουνι και ο μόνος που μπόρεσε να τον επαναφέρει στον ίσιο δρόμο. Κάτι που δεν κατάφερε ούτε η δεύτερη γυναίκα του, ηθοποιός και τραγουδίστρια Ντέμπορα Φάλκονερ, την οποία παντρεύτηκε το 1992, ύστερα από γνωριμία 42 ημερών! Μαζί της απέκτησε και ένα γιο. Ο Μελ Γκίμπσον τον βοηθά να επιστρέψει δυναμικά το 2003, με την ταινία «Gothika», όπου γνωρίζει και τη σημερινή σύζυγο του, την παραγωγό Σούζαν Λεβίν, με την οποία απέκτησε ένα κοριτσάκι. Είναι χαρακτηριστικό ότι ο παραγωγός της ταινίας παρακράτησε το 40% του μισθού του μέχρι το τέλος της παραγωγής ως εγγύηση σε περίπτωση που ο ηθοποιός ξανακυλούσε στα ναρκωτικά. Έκτοτε, ο ταλαντούχος ηθοποιός άφησε πίσω του το αμαρτωλό παρελθόν του. Πλέον κάνει φυσική ζωή και ασχολείται με τη γιόγκα και τον διαλογισμό.

Raul Julia

Έδειξε την σκοτεινή πλευρά του υποδυόμενος τον κόμη Δράκουλα, αλλά έγινε γνωστός από την διάσημη μαύρη κωμωδία της δεκαετίας του ’90 «Οικογένεια Άνταμς», όπου υποδυόταν τον πατέρα της οικογένειας, Γκόμεζ Άνταμς.  Ο λόγος για τον Ραούλ Τζούλια, τον Πορτορικανό ηθοποιό που είχε μια σύντομη αλλά γεμάτη επιτυχίες πορεία, αφού η υγεία του τον πρόδωσε σε ηλικία μόλις 54 ετών. Ο Ραούλ Ραφαέλ Τζούλια γεννήθηκε τον Μάρτιο του 1940 και μεγάλωσε στο Σαν Χουάν, του Πουέρτο Ρίκο. Γονείς του ήταν οι Όλγα Αρσελάυ που ήταν τραγουδίστρια της κλασσικής μουσικής σκηνής και ο Ραούλ Τζούλια, που ήταν ηλεκτρολόγος μηχανικός. 

Αποφοίτησε από το Colegio Espíritu Santo, ένα ρωμαιοκαθολικό ιδιωτικό σχολείο, όπου παράλληλα με τις σπουδές του έπαιζε σε όλες τις σχολικές παραστάσεις. Όταν τελείωσε τις σπουδές, συνέχισε να παίζει σε τοπικές παραστάσεις και σε νυκτερινά κέντρα. Εκεί τον ανακάλυψε ο Αμερικανός Όρσον Μπην, που βρισκόταν σε διακοπές στο Πουέρτο Ρίκο, λέγοντάς του ότι θα ήθελε να τον φέρει στη μεγαλούπολη. Οι γονείς του αιφνιδιάστηκαν από την πρόταση αυτή, αλλά τελικώς συμφώνησαν να τον στηρίξουν. Το 1964 μετακόμισε στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης και άρχισε να παίζει σε μικρές παραστάσεις, μέχρι τον Σεπτέμβριο 1968 που εμφανίσθηκε για πρώτη φορά σε θέατρο του Μπρόντγουεϊ, στον ρόλο του Τσαν στην παράσταση «The Cuban Thing».
Οι θεατρικές επιτυχίες ακολουθούσαν η μία την άλλη. Άρχισε να παίζει σε έργα του Σαίξπηρ, όπως το «Δύο κύριοι της Βερόνα», ο «Βασιλιάς Ληρ» και ο «Οθέλος». Το 1978 ο Τζούλια αποδέχθηκε τον πρωταγωνιστικό ρόλο στο θεατρικό έργο «Δράκουλας», όπου πήρε εξαιρετικές κριτικές για την ερμηνεία του. Ταυτόχρονα έπαιζε στο «Ημέρωμα της στρίγγλας», με συμπρωταγωνίστρια της Μέριλ Στριπ. Αρχικά οι σχέσεις τους, ήταν αρκετά τεταμένες και υπήρχαν συνεχώς αντιδικίες. Αλλά πολύ σύντομα η σχέση οργής μετατράπηκε σε σχέση στενής φιλίας, μέχρι και το τέλος της ζωής του. Καθώς γινόταν όλο και πιο γνωστός στο Μπρόντγουεϊ, του έγινε η πρόταση να εμφανισθεί τηλεόραση.

 Έπαιξε  σε δύο τηλεοπτικές σειρές την σαπουνόπερα «Love of Life» και την παιδική σειρά «Σουσάμι άνοιξε». Μετά το θέατρο ακολούθησαν αρκετές κινηματογραφικές επιτυχίες. Ένας από τους καλύτερους ρόλους της καριέρας του, ήταν ένας παθιασμένος πολιτικός κρατούμενος, τον οποίο υποδυόταν στην ταινία «Το φιλί της γυναίκας αράχνης» το 1985. Το 1989 έπαιξε μαζί με τον Άντονι Κουίν στη βιογραφική ταινία για τον Αριστοτέλη Ωνάση όπου υποδύθηκε τον ρόλο του ομώνυμου κροίσου, και ταυτόχρονα υποδύθηκε τον δολοφονηθέντα αρχιεπίσκοπο του Ελ Σαλβαδόρ Όσκαρ Ρομέρο στην ομώνυμη ταινία, η οποία απαγορεύθηκε στη χώρα αυτή από την κυβέρνησή της. Για τη δραστηριότητά του κατά τα έτη 1987-1989, ο Ραούλ Τζούλια τοποθετήθηκε στην κορυφή του καταλόγου των «Πιο πολυάσχολων ηθοποιών του Χόλυγουντ» από το περιοδικό «Variety». Παράλληλα είχε μεγάλη φιλανθρωπική δράση, στον παγκόσμιο οργανισμό κατά της πείνας «The Hunger Project». Μια φορά τον μήνα δώριζε τρόφιμα σε τράπεζα τροφίμων, διαφήμιζε τον οργανισμό στην τηλεόραση και στο ραδιόφωνο, και έκανε τον αφηγητή σε δίγλωσσες παρουσιάσεις του. Το «The Hunger Project» τον αντάμειψε με το «Βραβείο του Παγκόσμιου Πολίτη», ενώ στις 24 Μαρτίου του 1992 τιμήθηκε με το «Βραβείο για το συνειδησιακό θάρρος».

Μια από τις τελευταίες του επιτυχίες ήταν ο ρόλος του Γκόμεζ Άνταμς στις δύο ταινίες «Οικογένεια Άνταμς» που προβλήθηκαν στο κινηματογράφο, το 1991 και 1993, όπου έκαναν τεράστια επιτυχία. Το 1993  διαγνώστηκε με καρκίνο του στομάχου και υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση. Μόλις ανάρρωσε και ενώ πίστευε ότι η πορεία της υγείας του πήγαινε καλύτερα, ταξίδεψε στο Μεξικό για τα γυρίσματα της ταινίας «Τhe Burning Season», όπου υποδυόταν τον ρόλο του Τσίκο Μέντες. Για την ερμηνεία του αυτή τιμήθηκε μετά θάνατον τόσο με Βραβείο Χρυσής Σφαίρας και με Βραβείο Έμμυ. Εκεί  έπαθε τροφική δηλητηρίαση από σούσι, και μεταφέρθηκε εκτάκτως στο νοσοκομείο του Λος Άντζελες. Μόλις συνήλθε επέστρεψε στο Μεξικό για να συνεχίσει, αλλά είχε χάσει αρκετά κιλά και ήταν σωματικά εξασθενημένος. Παρά την κατάστασή του, δεν το έβαλε κάτω και κατόρθωσε να ολοκληρώσει την ταινία. Τον Οκτώβριο της ίδιας χρονιάς, αφού είχε επιστρέψει πλέον στην Νέα Υόρκη, διακομίστηκε στο νοσοκομείο με οξύ στομαχόπονο, έχοντας ήδη υπογράψει στην επόμενη ταινία του Ρόμπερτ Ροντρίγκεζ «Desperado». Ο ίδιος δεν ανησύχησε ιδιαίτερα. Είχε μάλιστα πάρει το σενάριο μαζί του στο νοσοκομείο για να μελετήσει τον ρόλο του, αλλά η κατάστασή του χειροτέρευσε. Τα σχέδιά του ματαιώθηκαν από αιφνίδιο εγκεφαλικό επεισόδιο, από το οποίο δεν ανάρρωσε ποτέ. Έπεσε σε κώμα για τέσσερις μέρες και την μέρα μάλιστα που ξεκινούσαν τα γυρίσματα του φιλμ, έφυγε από τη ζωή, αναγκάζοντας τους παραγωγούς να τον αντικαταστήσουν την τελευταία κυριολεκτικά στιγμή, αφού υπολόγιζαν πως θα έβγαινε εγκαίρως από το νοσοκομείο.

Anjelica Huston

Η Αντζέλικα Χιούστον δεν ήθελε να γίνει ηθοποιός. Την “έσπρωξε” ο πατέρας της, που ήταν σκηνοθέτης, χωρίς τη συγκατάθεσή της. Έτσι χρειάστηκε πολλά χρόνια για να αισθανθεί ότι είναι στον χώρο με την αξία της και χρειάστηκε ακόμη περισσότερα για να ξεπεράσει την επιρροή του πατέρα της. Στην εφημερίδα «The Independent «, η ηθοποιός αποκάλυψε ότι ήθελε να γίνει καλόγρια. Ο πατέρας της ήταν άθεος, αλλά την έγραψε σε ιδιωτικό εκκλησιαστικό σχολείο, θεωρώντας ότι θα έπαιρνε καλύτερη εκπαίδευση. Λογικό ήταν να θέλει να γίνει καλόγρια αλλά στον δρόμο της προέκυψε ο Τζακ Νίκολσον και της άλλαξε τα σχέδια. Γεννήθηκε στη Σάντα Μόνικα της Καλιφόρνια, στις 8 Ιουλίου το 1951, από 2 ταλαντούχους και πετυχημένους γονείς, τον γνωστό σκηνοθέτη και ηθοποιό Τζον Χιούστον και την Ιταλοαμερικανίδα πρίμα μπαλαρίνα Ενρίκα Σόμα. Τα παιδικά και εφηβικά της χρόνια τα πέρασε στο Χιούστον της Ιρλανδίας. Οι γονείς της πήραν διαζύγιο όταν ήταν 11 χρονών, επειδή ο πατέρας είχε πολλές ερωμένες. 

Παρ’ όλα αυτά δεν σταμάτησε να της ασκεί επιρροή και να θέλει με κάθε τρόπο να την εντάξει στον χώρο του θεάματος. Σε ηλικία 16 ετών η Αντζέλικα πρωταγωνίστησε στην ταινία «Περίπατος με την αγάπη και τον θάνατο». Η ταινία που φυσικά, σκηνοθέτησε ο πατέρας της, δεν σημείωσε ιδιαίτερη επιτυχία, αλλά η νεαρή Αντζέλικα τράβηξε το ενδιαφέρον του φωτογράφου Ρίτσαρντον Αβεντον. Σε ηλικία 18 ετών έχασε τη μητέρα της σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα και μετακόμισε στις ΗΠΑ στο σπίτι του πατέρα της. Τότε αποφάσισε να εγκαταλείψει προσωρινά τον κινηματογράφο, και να αφιερωθεί στον χώρο της υψηλής ραπτικής, ως μοντέλο. Στο διάστημα αυτό γνώρισε τον φωτογράφο του περιοδικού «Harper’s Bazaar» Μπομπ Ρίτσαρντσον. Έζησαν μαζί περίπου 4 χρόνια.
Το 1973 γνώρισε τον Τζακ Νίκολσον. Η έλξη ήταν ακαταμάχητη και αμοιβαία. Ήταν ο άντρας της ζωής της. Από την αρχή κιόλας, συνειδητοποίησε με έκπληξη ότι ήταν σε μια παρόμοια σχέση με αυτή που είχαν οι γονείς της. Ο “καζανόβας” της σόουμπιζ δεν μπορούσε να μείνει με μια γυναίκα. Την απατούσε κατά εξακολούθηση, αλλά εκείνη έμεινε μαζί του 17 χρόνια. 

Ο χωρισμός ήρθε όταν της ανακοίνωσε ότι είχε αφήσει έγκυο την ηθοποιό και μοντέλο Ρεμπέκα Μπορυσάρντ. Εκείνη, όπως αποκάλυψε, έκλαιγε τρεις μέρες μέχρι να συνέλθει από το σοκ. Κάποτε του είχε πει “Αν είχες κότσια θα με παντρευόσουν” και εκείνος κυνικά της είχε απαντήσει “Να σε παντρευτώ; Θα αστειεύεσαι”.
Η Άντζελικα Χιούστον, όσο ήταν με τον Τζακ Νίκολσον, έπαιξε μικρούς ρόλους στο πλάι του και άρχισε να παίρνει πιο σοβαρά την υποκριτική. Η ανοδική πορεία στην καριέρα της ξεκίνησε με την ταινία, «Ο ταχυδρόμος χτυπάει πάντα δύο φορές». Εμφανίσθηκε ανάμεσα στους Τζακ Νίκολσον και τη Τζέσικα Λανγκ, όπου ενσάρκωσε τον πρώτο της μικρό, αλλά αξιοσημείωτο ρόλο. Η καριέρα της άρχισε να απογειώνεται. Το 1985, ο ρόλος που υποδύθηκε στην ταινία που σκηνοθέτησε ο πατέρας της, «Τιμή των Πρίτζι», της χάρισε το Οσκαρ Β΄ γυναικείου ρόλου. Το 1990 πρωταγωνίστησε με τον Τζον Κιούζακ και την Ανέτ Μπένινγκ στο «The Grifters», κερδίζοντας άλλη μια υποψηφιότητα για Όσκαρ α’ γυναικείου ρόλου αλλά και Χρυσής Σφαίρας. Αξέχαστος έχει μείνει ο ρόλος της διαβολικής Μορτίσια Άνταμς, στην ταινία «Η οικογένεια Άνταμς».

Το 2014, η ηθοποιός αποκάλυψε ότι το 1977 είχε πιάσει στα πράσα τον σκηνοθέτη Ρόμαν Πολάνσκι με ένα 13χρονο κορίτσι, μέσα στο σπίτι του Τζακ Νίκολσον, μια υπόθεση που τον οδήγησε στο εδώλιο του κατηγορουμένου για βιασμό. Όπως ανέφερε η ίδια, γυρνώντας στο σπίτι, βρήκε το μπουφάν και την κάμερα του σκηνοθέτη στην κουζίνα. Εκείνος εμφανίστηκε μαζί με την 13χρονη Σαμάνθα Γκέιμερ, ισχυριζόμενος ότι έβγαζαν φωτογραφίες, ενώ έφυγαν μαζί σαν να μην συμβαίνει τίποτα. Η 13χρονη μετέβη στο αστυνομικό τμήμα όπου κατηγόρησε τον διάσημο σκηνοθέτη για βιασμό.
Η Αντζέλικα Χιούστον δήλωσε ότι την επόμενη μέρα από το συμβάν πήγαν σπίτι της οι αστυνομικοί. «Με ακολούθησαν στον επάνω όροφο όπου τους υπέδειξαν ένα συρτάρι, μέσα στο οποίο βρήκαν χόρτο. Έψαξαν την τσάντα μου και βρήκαν μέσα ένα γραμμάριο κοκαΐνη. Αυτά ήταν αρκετά αποδεικτικά στοιχεία για αυτούς. Ο Ρομάν και εγώ βρεθήκαμε στα πίσω καθίσματα δύο περιπολικών. Είχαμε συλληφθεί. Έπειτα από αυτό ακολούθησαν άρθρα σε εφημερίδες και φωτογραφίες… Ο Ρομάν χρεώθηκε τον βιασμό ενός 13χρονου κοριτσιού μέσα στο σπίτι του Τζακ», θυμήθηκε η Χιούστον. Ο Ρομάν Πολάνσκι συνελήφθη. Αρνήθηκε τον βιασμό, αλλά παραδέχθηκε πως έκανε σεξ με την ανήλικη Σαμάνθα. Οδηγήθηκε στη φυλακή για 48 ώρες και μετά αφέθηκε ελεύθερος. Πριν δικαστεί κατέφυγε στη Γαλλία, φοβούμενος την απέλαση ή ακόμα και τη φυλάκιση. Ο Πολάνσκι συνέχισε την καριέρα του συνεργαζόμενος με πολλούς σταρ του Χόλιγουντ αλλά ποτέ δεν επέστρεψε στην Αμερική, γιατί παραμένει καταζητούμενος από τις αρχές των ΗΠΑ.

John Cazale

Όλος ο κόσμος γνωρίζει τον “Φρέντο”, τον αδύναμο γιο του Ντον Κορλεόνε στη διάσημη ταινία “Ο Νονός”, αλλά ελάχιστοι ξέρουν το όνομά του ηθοποιού που τον υποδύθηκε. Ήταν ο Τζον Καζάλ, ένας από τους πιο ταλαντούχους ηθοποιούς του Χόλιγουντ, που πέθανε στις 12 Μαρτίου του 1978 σε ηλικία μόλις 42 ετών. Ο Καζάλ συμμετείχε μόνο σε πέντε ταινίες, αλλά και οι πέντε ήταν υποψήφιες για το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας. Γεννήθηκε στις 12 Αυγούστου του 1935 στη Μασαχουσέτη. Αφού ολοκλήρωσε τις σπουδές δραματικής στο πανεπιστήμιο της Βοστώνης, εγκαταστάθηκε στη Νέα Υόρκη. Όπως και οι περισσότεροι ανερχόμενοι ηθοποιοί, αναγκάστηκε να κάνει διάφορες δουλειές για να ζήσει. Μία από αυτές ήταν ως κούριερ στην εταιρεία Standard Oil. Εκεί γνώρισε έναν νεαρό που έμελλε να αφήσει ιστορία στον κινηματογράφο. Το όνομά του ήταν Αλ Πατσίνο. Αμέσως έγιναν φίλοι.

Ο Καζάλ και ο Πατσίνο συγκατοικούσαν και συμπρωταγωνιστούσαν σε θεατρικά έργα. Δεν άργησαν να συμπρωταγωνιστήσουν και στη μεγάλη οθόνη. To 1972 βγήκε στους κινηματογράφους  ο “Νονός” του σκηνοθέτη Φράνσις Φορντ Κόπολα. Ήταν η ταινία που έκανε διάσημο τον Αλ Πατσίνο και αποτέλεσε την πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση του φίλου του, Τζον Καζάλ. Η ταινία ήταν υποψήφια για επτά Όσκαρ, κέρδισε τα τρία, αλλά κανένα δεν πήγε στον Καζάλ. Ο ηθοποιός μπορεί να μην αναγνωρίστηκε ποτέ από την Ακαδημία, αλλά προκαλούσε τον σεβασμό και τον θαυμασμό όλων των συνεργατών του.
Ο Αλ Πατσίνο παραδέχτηκε ότι ο Καζάλ του έμαθε περισσότερα για την υποκριτική από οποιονδήποτε άλλο. Η Μέριλ Στριπ τον χαρακτήρισε ως “μονομανή” με τη δουλειά του και εξαιτίας αυτής της εμμονής, μπορούσε να εκμαιεύσει καλύτερες ερμηνείες κι απ’ τους συμπρωταγωνιστές του. Η επόμενη ταινία του Καζάλ ήταν η “Η Συνομιλία”, σε σενάριο του Κόπολα και με πρωταγωνιστή τον Τζιν Χάκμαν. Η ταινία ήταν υποψήφια για το Όσκαρ Καλύτερης Ταινίας για το 1974, αλλά το Όσκαρ πήγε στην δεύτερη ταινία του “Νονού”. Και σε αυτή συμμετείχε ο Καζάλ!

Το 1975 ο σκηνοθέτης Σίντνεϊ Λιούμετ έψαχνε έναν ηθοποιό να υποδυθεί το ρόλο ενός 19χρονου αλήτη στην ταινία “Σκυλίσια Μέρα”. Τον πρωταγωνιστικό ρόλο είχε δώσει στον Αλ Πατσίνο, ο οποίος επέμενε να συνεργαστεί με τον Καζάλ. “Το μόνο που ήθελα ήταν να παίζω με τον Καζάλ για την υπόλοιπη ζωή μου”, δήλωσε ο Πατσίνο. Ο Λιουμέτ δεν πίστευε ότι ο Καζάλ ταίριαζε στον ρόλο, αλλά άλλαξε γνώμη όταν τον είδε στην οντισιόν.
Η συνεργασία του Καζάλ με τον Πατσίνο ήταν για ακόμα μία φορά άριστη. Μάλιστα ο Καζάλ αυτοσχεδίασε στα γυρίσματα μιας σκηνής, η οποία συμπεριλήφθηκε στην ταινία και έγινε μία από τις πιο αγαπητές κινηματογραφικές στιγμές. Στη σκηνή ο Πατσίνο ρωτά τον Καζάλ σε ποια χώρα θα ήθελε να ταξιδέψει αν μπορούσε και ο Καζάλ απαντά: “Γουαϊόμινγκ”. Ο σκηνοθέτης Λιούμετ δεν κατάφερε να συγκρατήσει το γέλιο του, αλλά ευτυχώς δεν ηχογραφήθηκε. Ο Πατσίνο κατάφερε να διατηρηθεί ήρεμος, αν και σχηματίστηκε ένα ελαφρό μειδίαμα στη χείλη του και απάντησε κανονικά, ενημερώνοντας τον Καζάλ ότι το Γουαϊόμινγκ δεν είναι χώρα.

Η ταινία ήταν υποψήφια για επτά Όσκαρ, αλλά κέρδισε μόνο το Όσκαρ Καλύτερου Σεναρίου. Η ακαδημία για ακόμα μία φορά αγνόησε τον Καζάλ.
Το καλοκαίρι 1976 ο Τζον Καζάλ πρωταγωνίστησε στη θεατρική παράσταση “Με το ίδιο μέτρο”. Συμπρωταγωνίστρια ήταν μία άσημη, αλλά πολλά υποσχόμενη ηθοποιός. Το όνομά της ήταν Μέριλ Στριπ. Όταν ο Καζάλ ανέφερε για πρώτη φορά το όνομά της στον φίλο του, Αλ Πατσίνο, την περιέγραψε ως “την καλύτερη ηθοποιό που υπήρξε ποτέ”. Βέβαια ο Πατσίνο θεώρησε ότι ο φίλος του υπερέβαλε, επειδή ήταν τρελά ερωτευμένος με τη Στριπ. Ο έρωτας ήταν κεραυνοβόλος και η χημεία των δύο ηθοποιών ήταν αισθητή ακόμα και απ’ τους θεατές. Συγκατοίκησαν σχεδόν αμέσως και όλα έδειχναν πως θα έμεναν μαζί έως το τέλος της ζωής τους. Όμως η μοίρα τους επιφύλασσε ένα πιο τραγικό τέλος. Ο Καζάλ διαγνώστηκε με καρκίνο στους πνεύμονες και οι γιατροί δεν του έδιναν πολλές ελπίδες. Ο ηθοποιός ήταν αποφασισμένος να δώσει μάχη, αλλά δυστυχώς η ασθένεια ήταν ανίκητη. Η τελευταία ταινία του Καζάλ ήταν ο “Ελαφοκυνηγός”, με τον Ρόμπερτ Ντενίρο και τη Μέριλ Στριπ. Οι ηθοποιοί γνώριζαν ότι ο Καζάλ ήταν άρρωστος, αλλά το κράτησαν κρυφό, γιατί λόγω του κόστους ασφάλισης, οι παραγωγοί της ταινίας θα τον απέλυαν. Τελικά τα νέα μαθεύτηκαν και πράγματι, ο Καζάλ κόντεψε να χάσει τον τελευταίο ρόλο της ζωής του. Παρενέβη όμως η Μέριλ Στριπ, η οποία απείλησε ότι θα έφευγε κι εκείνη, αν απέλυαν τον σύντροφό της. Το ίδιο έκανε και ο σκηνοθέτης, Μάικλ Τσίμινο και τελικά οι παραγωγοί υποχώρησαν. Σύμφωνα με την Στριπ, ο Ρόμπερτ Ντενίρο πλήρωσε κρυφά για να ασφαλιστεί ο Καζάλ, αλλά ακόμα δεν το παραδέχεται.

Η ασθένεια δεν επηρέασε καθόλου τον επαγγελματισμό του Καζάλ και για ακόμα μία φορά, η ερμηνεία του απέσπασε εξαιρετικές κριτικές. Όλες οι σκηνές του γυρίστηκαν πρώτες και μετά από έξι βδομάδες, ο Καζάλ και η Στριπ άρχισαν να ετοιμάζονται για τον τελικό αποχαιρετισμό. Ο Καζάλ πέθανε στις 12 Μαρτίου του 1978 και η Στριπ ήταν μαζί του μέχρι την τελευταία στιγμή. Ο Αλ Πατσίνο βρισκόταν και αυτός στο νοσοκομείο, όταν ο Καζάλ απεβίωσε: “Δεν έχω δει ποτέ άνθρωπο τόσο αφοσιωμένο σε κάποιον που καταρρέει, όπως ήτα ο Τζον. Η αγάπη της για αυτόν τον άντρα με ξεπέρασε”. Το 2009 κυκλοφόρησε το ντοκιμαντέρ για τη ζωή του Τζον Καζάλ, με τίτλο «I Knew It Was You: Rediscovering John Cazale».

Natalie Portman

Στα τρία της χρόνια μετακόμισε με την οικογένειά της από την Ιερουσαλήμ στην Ουάσινγκτον, αλλά μέχρι σήμερα δηλώνει ότι «αν και λατρεύει τις ΗΠΑ, η καρδιά της ανήκει στην Ιερουσαλήμ». Βέβαια, είναι αντίθετη με τη σκληρή και ρατσιστική πολιτική του Νετανιάχου, όπως την έχει χαρακτηρίσει, και πολλές φορές έχει ταχθεί στο πλευρό των Παλαιστινίων.
Η Νάταλι Πόρτμαν γεννήθηκε στο Ισραήλ, στις 9 Ιουνίου 1981, ως Νέτα Λι Χέρσλαρ, το εβραϊκό της όνομα. Στα τρία της χρόνια, η οικογένεια της μετακόμισε στις ΗΠΑ, ώστε ο πατέρας της να κάνει την πρακτική του ως γιατρός. Η Πόρτμαν ήταν ένα ήσυχο και σοβαρό κορίτσι, αρκετά πιο έξυπνο και ώριμο για την ηλικία της. Πήγε σε εβραϊκό σχολείο και από μικρή ηλικία έκανε μαθήματα μπαλέτου και μοντέρνου χορού. Στα 9 της, ένας κυνηγός ταλέντων, πρότεινε στη μητέρα της, η οποία είναι και η μάνατζερ της, να ακολουθήσει καριέρα μοντέλου. Η Νάταλι απέρριψε την πρόταση, καθώς ονειρευόταν να γίνει ηθοποιός. «Ήμουν πολύ διαφορετική από τα άλλα παιδιά. Είχα περισσότερες φιλοδοξίες. Ήξερα τι μου άρεσε και τι ήθελα, και δούλεψα πολύ σκληρά», ανέφερε μετά από πολλά χρόνια η ηθοποιός σχετικά με την παιδική της ηλικία.

Η Πόρτμαν συμμετείχε σε πολλές σχολικές θεατρικές παραστάσεις έως τα 13 της, οπότε έκανε το ντεμπούτο της στον κινηματογράφο. Ως Ματίλντα έγινε η φαντασίωση όλων των εφήβων της δεκαετίας του ’90 για το διαπεραστικό της βλέμμα και το ταλέντο της στην υποκριτική. Ακολούθησαν ορισμένοι μικροί ρόλοι στον κινηματογράφο μέχρι την παγκόσμια αναγνώριση της Πόρτμαν το 1999. Ενσάρκωσε για πρώτη φορά την Πάντμε Αμιντάλα στην ταινία «Star Wars: Η αόρατη απειλή». Η κοπέλα όμως δεν παρευρέθηκε στην παγκόσμια πρεμιέρα, γιατί ήταν η περίοδος των τελικών εξετάσεων στο σχολείο και προτίμησε να μελετήσει. Για τη σειρά ταινιών που την έκανε γνωστή, δήλωσε αργότερα πως όταν την πλησίασαν να υποδυθεί τον φανταστικό χαρακτήρα, δεν μπορούσε να ξεχωρίσει το Star Wars από Star Trek!
Μετά τον «Πόλεμο των Άστρων» η Νάταλι Πόρτμαν σπούδασε Ψυχολογία στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ. Με δείκτη νοημοσύνης στο 140, γρήγορα έγινε βοηθός ενός καθηγητή της και μετά από από δύο έτη σπουδών, μία συλλογική εργασία, όπου συμμετείχε, δημοσιεύτηκε σε επιστημονικό περιοδικό. Έθεσε προτεραιότητα στις σπουδές της και δεν συμμετείχε σε καμία ταινία, παρά μόνο το καλοκαίρι. Τότε γύρισε και τη συνέχεια του «Stra Wars». Η ίδια είχε αναφέρει ότι δεν θα την πείραζε καθόλου αν η καριέρα της καταστρεφόταν από τις σπουδές. «Προτιμώ να είμαι έξυπνη παρά μια σταρ του σινεμά». Η Πόρτμαν έπαιξε και σε θεατρικά έργα δίπλα στην Μέριλ Στριπ και τον Φίλιπ Σέιμουρ Χόφμαν, ενώ όταν υποδύθηκε την Άννα Φρανκ, στα διαλείμματα πάντα έκλαιγε. Οι παππούδες της είχαν δολοφονηθεί στο Άουσβιτς.

Παρά τις πολλές προτάσεις που είχε, η Πόρτμαν ήταν αρκετά επιλεκτική και ποτέ δεν γύρισε ερωτικές σκηνές ή πλάνα που θα φαινόταν γυμνή. Μάλιστα, αρνήθηκε να παίξει στην ταινία «Η μητέρα μου κι εγώ» μαζί με την Σούζαν Σάραντον, καθώς έπρεπε να γυρίσει μία ερωτική σκηνή. Μετά από παρέμβαση της Σάραντον, ο σεναριογράφος αφαίρεσε την επίμαχη σκηνή και η Πόρτμαν συμφώνησε να εμφανιστεί στο φιλμ.
Μετά τη δευτεροβάθμια εκπαίδευση, μετακόμισε για ένα χρόνο στο Ισραήλ για να ολοκληρώσει και τις μεταπτυχιακές της σπουδές. Στη γενέτειρά της, έκανε αρκετές διαλέξεις σχετικά με την τρομοκρατία και την εικόνα της χώρας της, όπως προβαλλόταν στο εξωτερικό. Επέστρεψε στην Αμερική και επικεντρώθηκε στην ηθοποιία. Το 2004 έκλεψε την παράσταση ως ελκυστική στρίπερ στο ανεξάρτητο «Εξ επαφής» με πρωταγωνιστικό κουαρτέτο την ίδια, την Τζούλια Ρόμπερτς, τον Κλάιβ Όουεν και τον Τζουντ Λο και βραβεύτηκε στο Σάντανς για τη συμμετοχή της στο «Garden State». Το 2005 ήταν η χρονιά της. Γύρισε την τρίτη κατά σειρά συνέχεια του «Πολέμου των Άστρων», αλλά μνημονεύτηκε για την ηθοποιία της ως Ιβ στο «V for Vendetta». Για τον ρόλο, αναγκάστηκε να ξυρίσει τα μαλλιά της, κάτι που την ενόχλησε αρκετά. Μάλιστα, μετά το τέλος των γυρισμάτων αποφάσισε να ταξιδέψει στην Ιρλανδία και ο ιδιοκτήτης ενός μοτέλ αρνήθηκε να της δώσει δωμάτιο εξαιτίας της «τρομαχτικής» εξωτερικής της εμφάνισης.

Η δεκαετία του 2000 ήταν πολύ παραγωγική για τη ίδια που ενσάρκωσε πολλούς χαρακτήρες και πειραματίστηκε με πολλά κινηματογραφικά είδη. Το 2010 κέρδισε το πρώτο της Όσκαρ. Ως Νίνα Σέιερς, χορεύτρια μπαλέτου, που έφτασε στα άκρα γα τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην «Λίμνη των Κύκνων» του Τσαϊκόφσκι, η Πόρτμαν ήταν εξαιρετική. Η ηθοποιός ακολούθησε εξαντλητική δίαιτα, όπου έχασε 9 κιλά και περνούσε τουλάχιστον 8 ώρες κάνοντας μπαλέτο. Λίγες μέρες αφότου βραβεύτηκε με το χρυσό αγαλματίδιο, διαδόθηκαν φήμες ότι δεν ήταν η Πόρτμαν που έκανε τις χορευτικές κινήσεις, αλλά επαγγελματίες χορεύτριες και στην ουσία δεν έπρεπε να βραβευτεί. Άμεσα, ο σκηνοθέτης του «Μαύρου Κύκνου», Ντάρεν Αρονόφσκι με γραπτή ανακοίνωση, υπερασπίστηκε την Πόρτμαν, δηλώνοντας ότι η ηθοποιός χόρεψε κατά 80%. Συνέχισε να εργάζεται, επιλέγοντας κυρίως κομεντί μέχρι το 2016, όπου ενσάρκωσε την Τζάκι Κένεντι στην ομώνυμη ταινία. Η ερμηνεία της της χάρισε ακόμη μία υποψηφιότητα για Όσκαρ. Παρουσίασε τηλεοπτικά σόου και εμφανίστηκε και σε μουσικά βίντεο. Έχει συνεργαστεί με τον Τέρενς Μάλικ και πρόσφατα ανακοινώθηκε ότι θα συμμετέχει και σε τηλεοπτική σειρά.
Η Νάταλι Πόρτμαν, πέρα από την ηθοποιία, ασχολείται ενεργά με την πολιτική και παίρνει μέρος συχνά σε διάφορα φιλανθρωπικά έργα και εκστρατείες υπεράσπισης δικαιωμάτων. Από τα 8 της χρόνια είναι χορτοφάγος και προσπαθεί να μάθει και στα δύο της παιδιά που απέκτησε με έναν από τους χορογράφους του «Μαύρου Κύκνου», Μπέντζαμιν Μίλιπεντ, τον οποίο παντρεύτηκε το 2012, να αποκτήσουν συγκεκριμένες διατροφικές συνήθεις. 

Συνεχίζει να δίνει διαλέξεις σε Πανεπιστήμια και το 2018 αρνήθηκε να παραλάβει το βραβείο «Genesis», μία μεγάλη εβραϊκή τιμή, αντίστοιχη του Νόμπελ, καθώς στην τελετή θα μιλούσε ο Μπενιαμίν Νετανιάχου. Η απονομή του βραβείου στην ηθοποιό ακυρώθηκε και μετά από θύελλα αντιδράσεων η Πόρτμαν εξήγησε τους λόγους που πήρε τη συγκεκριμένη απόφαση. «Επέλεξα να μην παραβρεθώ γιατί δεν ήθελα να φανεί ότι υποστηρίζω τον Μπενιαμίν Νετανιάχου, ο οποίος θα μιλούσε στην τελετή. Όπως πολλοί Ισραηλινοί και Εβραίοι ανά τον κόσμο, μπορώ να ασκώ κριτική στην ηγεσία του Ισραήλ χωρίς να επιθυμώ το μποϊκοτάρισμα ολόκληρου του έθνους», δήλωσε η ηθοποιός. Υποστήριξε ακόμη ότι «το Ισραήλ ιδρύθηκε ακριβώς πριν από 70 χρόνια για να αποτελέσει το καταφύγιο των προσφύγων του Ολοκαυτώματος. Αλλά η κακή συμπεριφορά απέναντι σε αυτούς που υποφέρουν από τις σημερινές αγριότητες, απλά δεν είναι σύμφωνη με τις εβραϊκές αξίες μου. Επειδή νοιάζομαι για το Ισραήλ πρέπει να σταθώ κατά της βίας, της διαφθοράς, της ανισότητας και της κατάχρησης εξουσίας».

Cherilyn Sarkisian - Cher


Ο πατέρας της ήταν εθισμένος στο αλκοόλ και τα ναρκωτικά και εγκατέλειψε τη οικογένεια, όταν ήταν πολύ μικρή. Μεγάλωσε με διάφορους συντρόφους της όμορφης μητέρας της, που ήταν ηθοποιός. Τις περιόδους που δεν υπήρχε κάποιος να τις βοηθήσει οικονομικά, η μητέρα της αναγκάστηκε να την αφήσει προσωρινά σε ορφανοτροφείο. Διέξοδός της ήταν οι θεατρικές παραστάσεις στο σχολείο. Όταν ήταν 10 χρονών, ανέβασε το μιούζικαλ «Οκλαχόμα», δίνοντας ρόλους σε φίλες της. Επειδή δεν μπορούσε να βρει αγόρια για τους αντρικούς ρόλους, τους έπαιξε όλους η ίδια. Αδιαφορούσε για τα υπόλοιπα μαθήματα και ένιωθε απομακρυσμένη απ’ τους συμμαθητές της. Στα 16, παράτησε το σχολείο και μετακόμισε στο Λος Άντζελες με στόχο να γίνει διάσημη. Το 1962 γνώρισε τον τραγουδιστή Σάνι Μπόνο, ο οποίος έγινε ο σύζυγος και στενότερος συνεργάτης της. 

Τραγουδούσαν μαζί, αρχικά για να τη βοηθήσει να ξεπεράσει το άγχος της πάνω στη σκηνή, αλλά σταδιακά έγιναν ένα αχτύπητο δίδυμο. Ξεχώρισαν όταν πήγαν στην Αγγλία, όπου ο κόσμος εντυπωσιάστηκε απ’ τα παντελόνια καμπάνες που φορούσαν, καθώς και τα μακριά, ριχτά πουκάμισα. Ήταν η αρχή της μόδας των χίπις. Η δημοτικότητά τους έπεσε, στα τέλη της δεκαετίας, καθώς μιλούσαν κατά των ναρκωτικών και η δημόσια εικόνα τους ήταν αυτή ενός μονογαμικού ζευγαριού, που πήγαινε ενάντια στον ελεύθερο έρωτα που ήταν η μόδα της εποχής. Τότε στράφηκαν προς την τηλεόραση, όπου είχαν ένα κωμικό σοου με πρωταγωνιστές τους ίδιους. Έγιναν φοβερά δημοφιλείς, αλλά η προσωπική τους ζωή άρχισε να καταρρέει. Χώρισαν στα μέσα της δεκαετίας του ’70 και η καριέρα τους ζημιώθηκε. Ωστόσο, η εικονιζόμενη επανήλθε δριμύτερη τη δεκαετία του ’80. Ανακάλυψε ότι της ταίριαζε η μουσική ντίσκο, καθώς και τα εντυπωσιακά, προκλητικά κουστούμια που έγιναν το σήμα κατατεθέν της. Παράλληλα, άρχισε να εξερευνά τον κινηματογράφο. Δεν άργησε να ξεχωρίσει και στην υποκριτική. Ήταν υποψήφια για την ερμηνεία της στην ταινία «Silkwood», όπου συμπρωταγωνίστησε με την Μέριλ Στριπ. Το 1987 κέρδισε το Όσκαρ για την ταινία «Moonstruck». Για περίπου μία δεκαετία, έμεινε στα παρασκήνια, καθώς έπασχε από ένα σύνδρομο που την εξαντλούσε σωματικά. Ανάρρωσε σταδιακά και πήρε την απόφαση να επιστρέψει μετά τον θάνατό του πρώην συζύγου της, Σάνι Μπόνο, το 1998. Εκείνη τη χρονιά κυκλοφόρησε το τραγούδι «Believe», που την επανέφερε στο προσκήνιο. 

Η χαρακτηριστική της φωνή που ρωτούσε: «Πιστεύεις στον έρωτα με την πρώτη ματιά;» ακουγόταν από ραδιόφωνα, τηλεοράσεις και πίστες σε όλο τον κόσμο. Έγινε είδωλο, όχι μόνο λόγω των τραγουδιών της, αλλά των εκκεντρικών εμφανίσεών της. Τραβούσε την προσοχή με διάφανα φορέματα, τατουάζ, πλαστικές επεμβάσεις και διάφορες σχέσεις με άντρες πολύ νεότερούς της.

Julia Fiona Roberts


Κατείχε το ρεκόρ της πιο καλοπληρωμένης ηθοποιού παγκοσμίως για πάνω από μία δεκαετία, βραβεύτηκε με όσκαρ Α’ γυναικείου και έχει χαρακτηριστεί ως η πιο όμορφη γυναίκα στον κόσμο. Ωστόσο, στα παιδικά της χρόνια είχε άσχημα βιώματα, καθώς υπέφερε στα χέρια του βίαιου πατριού της. Η καλλιτεχνική φλέβα έρεε στην οικογένεια. Οι γονείς της ήταν ηθοποιοί, ενώ παράλληλα ασχολούνταν με τη θεατρική συγγραφή, τη σκηνοθεσία και την παραγωγή παραστάσεων. Όταν απέκτησαν την κόρη τους, διηύθυναν ένα παιδικό θεατρικό εργαστήρι στο οποίο φοιτούσαν τα παιδιά του Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Μάλιστα, τους είχε σε τέτοια εκτίμηση που προσφέρθηκε να πληρώσει τα έξοδα του μαιευτηρίου όπου γεννήθηκε η μικρή. Τα πρώτα χρόνια της ζωής της ήταν ανέμελα. Μεγάλωνε ανάμεσα σε θεατρικούς προβολείς, κουστούμια και σκηνικά, στο πλάι ανθρώπων που τη λάτρευαν. Η ευτυχία, όμως, δεν διήρκεσε πολύ.

Στα πέντε της οι γονείς της πήραν διαζύγιο και μόλις οκτώ μήνες αργότερα, η μητέρα της παντρεύτηκε έναν άλλον άντρα. Από τότε η ζωή της μικρής άλλαξε δραστικά. Η καθημερινότητα στο σπίτι μετατράπηκε σε μαρτύριο. Ο νέος της πατριός ήταν αλκοολικός και κακοποιούσε τόσο την ίδια όσο και τα αδέρφια της. Άλλωστε, η μητέρα τους έλειπε από το σπίτι τις περισσότερες ώρες γιατί δούλευε. Αντίθετα, ο κατά 11 χρόνια νεότερος σύζυγός της δεν είχε μία σταθερή εργασία. Έτσι, τα παιδιά ήταν αναγκασμένα να μένουν όλη τη μέρα μαζί του. Το επόμενο πλήγμα για τη μέλλουσα σταρ ήρθε όταν έκλεισε τα δέκα. Ο πατέρας της, τον οποίο λάτρευε αν και έβλεπε σπάνια, πέθανε από καρκίνο. Ο θάνατος την πλήγωσε και τη στιγμάτισε καθώς πλέον η μόνη πατρική φιγούρα στη ζωή της ήταν ο βίαιος πατριός της. Κατά τη διάρκεια της μακροχρόνιας συμβίωσης μαζί του, προσπαθούσε να λείπει από το σπίτι όσο συχνότερα γινόταν. Έμενε έξω μέχρι αργά, έπαιρνε μέρος σε πολλές δραστηριότητες και περνούσε τα βράδια σε σπίτια φίλων. Ονειρευόταν διαρκώς την ημέρα που επιτέλους θα ενηλικιωνόταν για να μπορέσει να φύγει μόνιμα, όπως ο μεγαλύτερος αδερφός της. 

Εν τέλει, ο άντρας που απεχθανόταν έμεινε παντρεμένος με τη μητέρα της για έντεκα χρόνια, κατά τη διάρκεια των οποίων απέκτησαν και μία κόρη. Μετά το διαζύγιο, η μητέρα της δήλωσε ότι ο άνθρωπος αυτός ήταν το μεγαλύτερο λάθος της ζωής της. Ευτυχώς, η νεαρή ηθοποιός δεν άφησε τα παιδικά της τραύματα να κυριεύσουν τη ζωή της. Βρήκε διέξοδο στο μέρος που είχε τις πρώτες και πιο όμορφες αναμνήσεις της, το θέατρο. Στα 20 της έκανε το ντεμπούτο της στη μεγάλη οθόνη. Από τη στιγμή εκείνη, η πορεία της εκτοξεύτηκε. Το 1990 πρωταγωνίστησε σε μία κινηματογραφική ταινία που έσπασε τα ταμεία, με τα εισπρακτικά έσοδα να ανέρχονται στα 463 εκατομμύρια δολάρια. Ήταν η ταινία «Pretty Woman». Η καριέρα της απογειώθηκε, βραβεύτηκε με Όσκαρ και έγινε περιζήτητη. Μέσα σε μία νύχτα, η Αμερική, αλλά και ολόκληρος ο κόσμος γνώρισε τη νεαρή καλλονή με το αστείρευτο ταλέντο.

Mary Louise Meryl Streep

Στις τέσσερις δεκαετίες αδιάλειπτης παρουσίας σε θεατρικές σκηνές, κινηματογραφικά σετ και τηλεοπτικά πλατό έχει προταθεί για 259 βραβεία και έχει κερδίσει 171. Το αρχικό της πλάνο ήταν να μπει στη νομική σχολή, έχασε όμως τη συνέντευξη γιατί την πήρε ο ύπνος. Το θεώρησε ως σημάδι και αποφάσισε να κάνει στροφή, ξεκινώντας μαθήματα υποκριτικής στο πανεπιστήμιο του Yale. Από τον χώρο της υποκριτικής σκέφτηκε να παραιτηθεί το 1977 όταν σε ρόλο που είχε δίπλα στην Tζέιν Φόντα, στην ταινία Julia, ντούμπλαραν τη φωνή της με κάποια άλλη. Δύο χρόνια αργότερα κέρδισε το πρώτο από τα τρία χρυσά αγαλματίδια που διαθέτει στη συλλογή της, το οποίο μάλιστα ξέχασε στις γυναικείες τουαλέτες μετά την τελετή απονομής των Όσκαρ. Αρκετές φορές στην καριέρα της, ζητούσε αναπροσαρμογές στα σενάρια και τους διαλόγους όταν πίστευε ότι αδικούσαν τον ρόλο που είχε κληθεί να υποδυθεί. Θεωρεί πως έχει χάσει ευκαιρίες επειδή αρνιόταν να εργαστεί έξω από το Λος Άντζελες για να μην απομακρύνεται από την οικογένειά της. Η «σιδηρά κυρία» της υποκριτικής είχε αρχικά αρνηθεί τον ρόλο ο οποίος της χάρισε το τρίτο της Όσκαρ, καθώς επρόκειτο για μια προσωπικότητα που δεν συμπαθούσε. Δέχτηκε τελικά τον ρόλο μετά από επιμονή της σκηνοθέτιδας της ταινίας και ανταμείφθηκε για την ερμηνεία της με το βραβείο Α΄ γυναικείου ρόλου. Ως άνθρωπος αφοσιώθηκε στην οικογένειά της. Όταν ο σύζυγός της, Τζον Καζάλ, συμμετείχε στην ταινία Ελαφοκυνηγός αν και ήταν καρκινοπαθής, εκείνη διεκδίκησε έναν μικρό ρόλο για να είναι μαζί του. 

Όταν χρειάζονταν χρήματα για να καλύψουν τα έξοδα των θεραπειών του, η ηθοποιός δέχτηκε να πρωταγωνιστήσει σε μια σειρά εννιά επεισοδίων για το Ολοκαύτωμα και έφυγε για γυρίσματα στην Αυστρία. Κατά καιρούς έχει εκφραστεί με θέρμη υπέρ της εργασιακής και μισθολογικής ισότητας ανδρών και γυναικών στην κινηματογραφική βιομηχανία και όχι μόνο. Παράλληλα, έχει αναμειχθεί ενεργά σε πρωτοβουλίες και οργανώσεις που προωθούν τη γυναικεία ενδυνάμωση. Εκφράζει ανοιχτά τις πολιτικές της απόψεις, ενώ υπήρξε ένθερμη υποστηρίκτρια της Χίλαρι Κλίντον στις εκλογές ενάντια στον Ντόναλντ Τραμπ, ο οποίος, μέσω Twitter, την αποκάλεσε «μία από τις πιο υπερτιμημένες ηθοποιούς του Χόλιγουντ». Ως πρωταγωνίστρια μπαίνει στην κυριολεξία στο πετσί του ρόλου. Όταν πρωταγωνίστησε δίπλα στον Clint Eastwood στην ταινία «The Bridges of Madison County», πήρε σχεδόν 15 κιλά, ώστε να ενσαρκώσει τον χαρακτήρα του σεναρίου. Για τον ρόλο της καθηγήτριας μουσικής στην ταινία «Music of the Hearts», έμαθε να παίζει βιολί μετά από εξάσκηση ωρών.